Από τη ντοπαμίνη στην υπερέκθεση.
Η συζήτηση γύρω από τη χρήση του κινητού συχνά επικεντρώνεται στα παιδιά και στους εφήβους. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι όλοι – ανεξαρτήτως ηλικίας – ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια παρόμοια πρόκληση: τη δυσκολία να αποσυνδεθούμε από μια συσκευή που έχει σχεδιαστεί για να μας κρατά συνδεδεμένους.

Για να κατανοήσουμε τη δύναμη που ασκεί το κινητό επάνω μας, χρειάζεται να ξεκινήσουμε από τη λειτουργία του εγκεφάλου. Κάθε ειδοποίηση, κάθε like, κάθε νέο μήνυμα ενεργοποιεί το σύστημα ανταμοιβής και την έκκριση ντοπαμίνης – ενός νευροδιαβιβαστή που συνδέεται με την προσδοκία ευχαρίστησης και επιβεβαίωσης. Δεν είναι μόνο η ευχαρίστηση της στιγμής, αλλά κυρίως η αναμονή της ανταμοιβής που μας ωθεί να ελέγχουμε ξανά και ξανά την οθόνη μας.
Οι ψηφιακές πλατφόρμες αξιοποιούν ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό: η ανταμοιβή είναι απρόβλεπτη. Δεν γνωρίζουμε πότε θα έρθει το επόμενο μήνυμα ή ποια ανάρτηση θα συγκεντρώσει περισσότερη αποδοχή. Αυτή η αβεβαιότητα ενισχύει τη συμπεριφορά επανάληψης. Με απλά λόγια, δεν πρόκειται για έλλειψη αυτοελέγχου· πρόκειται για έναν βιολογικό μηχανισμό που ενεργοποιείται συστηματικά.
Στους νεότερους ανθρώπους, η επίδραση μπορεί να είναι πιο έντονη, καθώς ο εγκέφαλος βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης και το σύστημα ανταμοιβής είναι πιο ευαίσθητο. Ωστόσο, παραμένει μία κατάσταση που επηρεάζει κάθε ηλικία και συχνά οδηγεί σε μία συνεχή έκθεση της προσωπικής ζωής από τις πιο μικρές καθημερινές στιγμές μέχρι και προσωπικές σκέψεις.
Η έκθεση αυτή δεν είναι εξολοκλήρου αρνητική. Η ανάγκη για σύνδεση, αναγνώριση και μοίρασμα είναι ανθρώπινη. Το ερώτημα είναι πότε η δημοσίευση μετατρέπεται σε ανάγκη επιβεβαίωσης και πότε η εξωτερική ανταπόκριση αρχίζει να επηρεάζει την αυτοεικόνα μας. Όταν η αξία μας μετριέται μέσα από αριθμούς και αντιδράσεις, τότε η ψηφιακή παρουσία μπορεί να επηρεάσει την αυτοεκτίμηση, να ενισχύσει τη σύγκριση και να θολώσει τα όρια της ιδιωτικότητας.
Για τους γονείς, η πρόκληση δεν είναι να εστιάσουν μόνο στη συμπεριφορά των παιδιών, αλλά να αναγνωρίσουν ότι το φαινόμενο αφορά ολόκληρη την οικογένεια. Τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως μέσα από το πρότυπο. Η συνειδητή χρήση του κινητού, οι στιγμές χωρίς οθόνες και ο ανοιχτός διάλογος γύρω από την ιδιωτικότητα και την αξία της προσωπικής ζωής αποτελούν πιο αποτελεσματικά εργαλεία από την αυστηρή απαγόρευση.
Ίσως το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι «πόσο χρόνο περνάμε στο κινητό», αλλά «τι αναζητούμε μέσα από αυτό». Αν η απάντηση σχετίζεται με σύνδεση, αποδοχή ή ανακούφιση από το άγχος, τότε η συζήτηση χρειάζεται να μετατοπιστεί από τον έλεγχο στη βαθύτερη κατανόηση.
Η τεχνολογία δεν είναι εχθρός. Είναι εργαλείο. Η πρόκληση για μικρούς και μεγάλους είναι να διατηρήσουμε την επίγνωση: να χρησιμοποιούμε το ψηφιακό περιβάλλον, χωρίς να το αφήνουμε να καθορίζει την αξία, τα όρια και την ταυτότητά μας.
